Αιωνιότητα και Μια Μέρα

Για μια Αιωνιότητα και μια Μέρα ακόμα … Καλό σου Ταξίδι.

Τον γνώρισα μια μέρα στη Φλώρινα τον Δεκέμβριο του 1994 σε ένα καφενείο με προπολεμική αισθητική, σημάδια υγρασίας στους τοίχους, μυρουδιά μούχλας και μια Βαλκάνια πατίνα θλίψης. Σε ένα από αυτά τα κλασσικά βορειοελλαδίτικα … Ψηλοτάβανο, με πράσινα απομεινάρια μπογιάς, πλακάκια ώχρας με σχέδιο Μαίανδρου στο πάτωμα και μια μασίνα (η μαντεμένια ξυλόσομπα με το μπουρί) να δεσπόζει στο κέντρο. Βρισκόμουν ήδη στην περιοχή για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ. Μπήκα στο καφενείο και αμέσως πέρασα σε μια άλλη εποχή.

Διέσχισα ένα ντουμάνι καπνού ανάμεσα από γραφικές φάτσες όπου δεν μπορούσα να καταλάβω ποιοι ήταν της παραγωγής και ποιοι θαμώνες αφού όλα είχαν μια πατίνια, την πολυπόθητη εκείνη που αναζητούσε ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος στις ταινίες του. Το καφενείο ήταν συνάμα γραφείο παραγωγής, ντεκόρ, χώρος θύμησης, και έμπνευσης στο κέντρο του Βαλκανικού τοπίου. Είχαμε ήδη συστηθεί προ τριετίας στα γραφεία του Ντίνου του Κατσουρίδη όταν συνεργαζόμουν με τον Ντίνο και τη Σίβυλλα, οπότε καθισμένος όπως ήταν σε ένα μαντεμένιο τραπεζάκι δίπλα στην σόμπα πήγα και του μίλησα. Ήταν λίγες μέρες πριν βρεθεί νεκρός ο πρωταγωνιστής του Gian Maria Volonté στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του από ανακοπή. Θυμάμαι ακόμα τον προβληματισμό του στην εκφορά του λόγου του όπως και την αγωνία της περιγραφής του – στον Γιώργο Λιάνη που καθόταν δίπλα του – για τον ήρωα και το βλέμμα του … “Τo Bλέμμα του Οδυσσέα”. O λόγος του αργός, σε μια ύστατη προσπάθειά του να ανασυνθέσει τις εικόνες του από μνήμης από μια διαφορετική οπτική γωνία που ίσως είχε ξεφύγει από την εμμονή της καταπιεστικής προσπάθειας της θύμησης.

Είχα τύχει της διδασκαλίας των αγαπημένων συνεργατών του Θεόδωρου, Γιώργου Αρβανίτη, Βασίλη Ραφαηλίδη και Σταύρου Κωστανταράκου, επίσης είχα δει όλες τις μέχρι τότε ταινίες του, όμως ως νέος δημιουργός και περισσότερο ως θεατής, δεν είχα ακόμα αποκωδικοποιήσει πλήρως την σημειολογία των ταινιών του. Εισέπρατα βέβαια μια νέα αισθητική και χρήση εκφραστικών μέσων η οποία πυροδοτούσε έναν δημιουργικό προβληματισμό, προκαλούσε ερωτήματα και γινόταν αιτία διαλόγου κάθε φορά που το βλέμμα του θεατή συναντούσε εκείνο του δημιουργού στην οθόνη. Όπως μας δίδαξε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης, η φιλοσοφία του Αγγελόπουλου ήταν εκείνη του Goethe. “Τα Πάντα είναι Εδώ και Τώρα” μέσω της αίσθησης της απώλειας. Δεν χρειάζεται δηλαδή να ζορίζουμε τη μνήμη για να θυμηθούμε αρκεί να αισθανθούμε την συγκίνηση που δημιουργεί η απώλεια για να ανασυντάσσουμε την εικόνα και να περιπλανηθεί η μνήμη από το παρελθόν σε ένα αιώνιο παρόν.

Ο καμβάς του Αγγελόπουλου με τα σάπια χρώματα, την μυρουδιά της υγρασίας, με την ώχρα – το χρώμα της μνήμης – να κυριαρχεί, προσπαθεί με εμμονή να μας συμπαρασύρει σε μια περιπλάνηση που δεν απομακρύνεται από την εποχή του σ’ έναν δικό του κόσμο πολυσήμαντο που βιώνει μια διαρκή μονομαχία με την τρέχουσα πραγματικότητά. Στήνει μια “Αναπαράσταση” της Ελληνικής Ιστορίας, με έναν αρχέτυπο “Θίασο” και περιπλανιέται μ´ ένα μοναχικό “Ταξίδι στα Κύθηρα” αναζητώντας μνήμες, διεισδύοντας μέσα από την “Σκόνη του Xρόνου”, προσπαθεί να διακρίνει το “Tοπίο στη Ομίχλη”. Το τοπίο αυτό είναι ο καμβάς της μνήμης που απλώνεται στον χρόνο της ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας για να θυμηθεί και να μεταμορφώσει την αίσθηση της απώλειας σε παρουσία (Goethe) σ´ένα αιώνιο παρόν σε μια “Αιωνιότητα και μια Mέρα”, για να μας δώσει την αίσθηση ενός τόπου που κουβαλάει το παρελθόν του μέσα από την απουσία και για να ανασυνθέσει τα χρώματα της μνήμης σε μια προσπάθεια να κρατήσει την πρώτη αίσθηση της έμπνευσης.

Η Ελένη Στάθη γράφει χαρακτηριστικά “… τα χρώματά του Αγγελόπουλου πυροδοτούν τις ίδιες συγκινήσεις με εκείνες που μας παραδίδουν οι μεγάλοι εικαστικοί και ενεργοποιούν τον Στοχασμό. Στοχάζομαι σε μια ταινία του Αγγελόπουλου σημαίνει ανασυνθέτω εμπειρίες, χρωματικές, εικονοκλαστικές, τελετουργικές, ιστορικές και προπαντός αισθητικές”.

Ο Αγγελόπουλος μαζί με τους ήρωες του προσπαθεί και συγκρατεί την ουσία της πρώτης λησμονημένης αίσθησης, καταρχήν μέσα από το χρώμα και περιπλανιέται σ᾽ένα ταξίδι που χαράχτηκε για να διατηρήσουμε την απώλεια σαν όνειρο με μουντά χρώματα στο αιώνιο παρόν και να βγούμε από το αδιέξοδο του σημερινού πολύχρωμου τίποτε. Ο Κινηματογράφος του είναι περισσότερο ιστορικός παρά πολιτικός. Δεν χρησιμοποιεί όμως την ελληνική ιστορία ως μια σοβινιστική ένδειξη της ανώτερης καταγωγής του προς τον θεατή, αλλά ως πηγή έμπνευσης, με ήρωες που πηγάζουν από αρχαιοελληνικά πρότυπα. Σημερινούς ήρωες που χάνονται στην περιπλάνηση μιας αναζήτησης ταυτότητας, ίσως του ίδιου του σκηνοθέτη, ώστε να επαναπροσδιορίσουν το στίγμα τους και την σημασία της καταγωγής τους. Λίγοι σκηνοθέτες σαν τον Αγγελόπουλο όπως ο Andrzej Wajda, o Andrei Tarkovsky, ο Luchino Visconti και ο Michelangelo Antonioni χρησιμοποίησαν με τέτοια καταπιεστική εμμονή και αγωνία την θεματική περιπλάνησή τους στο παρελθόν της Ιστορίας του Τόπου τους.

Αν κάτι μοιάζει να καταπιέζει τα πλάνα του Αγγελόπουλου είναι η εμμονή της απόδοσης της αίσθησης του χρόνου. Με αργά άρτια στημένα πλάνα μετατρέπει τον χώρο καταπιεστικά σε χρόνο, αφήνοντάς τον θεατή να αναζητήσει αυτός τα δικά του σημαντικά στοιχεία στο κάδρο καθώς αποκαλύπτει τα αλλεπάλληλα στρώματα της μνήμης. Έτσι ο Χώρος γίνεται Χρόνος και συγχρόνως ένα δημιουργικό εύρημα που λειτουργεί ως καταλύτης για να ξεκαθαρίσουν οι μνήμες. Τα ψυχρά χρώματα, τα ανέκφραστα συναισθήματα και η Σιωπή της Απώλειας συνθέτουν το Βαλκανικό Τοπίο του. Ο δρόμος της περιπλάνησης περνά από τον επαρχιακό ελληνικό αγροτικό περίγυρο, τις αχανείς γεωργικές εκτάσεις, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τα βενζινάδικα, τα καφενεία, τα φτηνά ξενοδοχεία, δημιουργώντας τον μοναχικό κόσμο των ηρώων του όπου μέσα απο τις παύσεις, τo νεκρό χρόνο και με την σιωπή τους έχουν πολλά να μας πουν. Ο λόγος των ηρώων του σπάνια ολοκληρώνεται και χάνεται στη σιωπή.

Χρησιμοποιεί ένα ιδιαίτερο στυλ που δημιουργήθηκε κατ´ ανάγκη την περίοδο των πρώτων ταινιών ίσως λόγω της κρυφής σημειολογίας που έπρεπε να εφεύρει γι᾽αυτές την περίοδο των συνταγματαρχών. Ο Αγγελόπουλος μέσα από την αναζήτηση του αυτή μας βάζει σ´ένα πολιτισμικό ευρωπαϊκό μίξερ για να αναζητήσει την βουβή ιστορία της ανθρωπινής περιπέτειας σ´ένα αφιλόξενο τοπίο, συγχρόνως όμως δυναμικό από εικαστικής πλευράς, το οποίο όμως λειτουργεί σαν μοναδική έξοδος από το σημερινό αδιέξοδο. Το τοπίο του και τα σύνορα του είναι γνώριμα αλλά δεν προσδιορίζονται γεωγραφικά όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα όρια του ψυχικού μας κόσμου. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του βόρειο-ελλαδίτικου τοπίου στις ταινίες του αποτελεί εμμονή και συγχρόνως λύση, μια που αποδίδει ένα λιγότερο προσδιορίσιμο γεωγραφικό τοπίο. Αποφεύγει την απόδοσή της cartpostalise γραφικής ομορφιάς, αυτός ίσως είναι και ο λόγος που αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τις παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας και τα νησιά. άλλωστε το Ελληνικό μπλε χρώμα λείπει από τις ταινίες του Αγγελόπουλου, υπάρχει μόνον το μπλε της θολής παγωνιάς που λειτουργεί σαν πέπλο μνήμης. Το τοπίο στις ταινίες του εξυπηρετεί τον καμβά του και δεν λειτουργεί ως πρέσβης της ελληνικής ομορφιάς, άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός του, ενώ συγχρόνως στο σύνολό του αποδίδεται περισσότερο ως Βαλκάνιο Τοπίο. Από τον Μεγαλέξανδρο και μετά χρησιμοποιεί το βορειοελλαδίτικο τοπίο με εμμονή σαν μια δήλωσή ότι η Μακεδονία μπορεί μόνον να είναι ελληνική.

Τα γήινα σύνορα τον απασχολούν περισσότερο από τα υδάτινα. Το Που είναι το Σπίτι μου, από Πότε ήταν σπίτι μου και έως Πότε θα είναι. Χαρακτηριστική η ατάκα του ηθοποιού στο “Μετέωρο Βήμα του Πελαργού” στη συνοριακή γραμμή ¨ … αν κάνω ένα ακόμη βήμα εμπρός θα είμαι αλλού, όμως είμαι ακόμα εδώ”. Τον απασχολούσαν έντονα τα σύνορα, η αντάμωση και το μεταναστευτικό. Επίσης έχοντας ζήσει την γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο και τη χούντα προσπαθούσε να θωρακίσει την ανασφάλειά του ως πολίτης μιας ευάλωτης γεωγραφικά και οικονομικά χώρας μέσα από την Σημασία της Ιστορίας του Πολιτισμού μας.

Για τους επικριτές του έχω να πω, πως έστω και την τελευταία στιγμή, η άλλη θάλασσα δικαιώνει την εμμονή της ανησυχίας του και της θεματολογίας του. Οι κεραίες ενός δημιουργού αφουγκράζονται πάντα το μέλλον, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, διέκρινε το Μέλλον μέσα από το Παρελθόν αυτού του Τόπου. Δεν προσπάθησε να συλλάβει την αλήθειά της ιστορίας του τόπου αλλά την σημασία της καταγωγής του. Αν και δεν υπάρχει παρθενογένεση στην Τέχνη, η μανιέρα του ήταν ατόφια. Σπάνια, μπορούσες να διακρίνεις τις επιρροές του στις εικαστικές του αναφορές. Ταξίδευε από τον Τσαρούχηστον Μagritte και από τον Αισχύλο στον Goethe και τον Bertolt Brecht … Ήταν ένας διεθνής αριστερός αλλά πάνω από όλα ένας μεγάλος Έλληνας. Η τέχνη του αληθινή και το έργο του ενιαίο. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι τα έργα του από τον “Θίασο¨, την “Αναπαράσταση”, τις “Mέρες του 36” μέχρι τις τελευταίες τριλογίας του, θα μπορούσαν να είναι μια συνεχόμενη ταινία που παρακολουθεί του καμβά της ελληνικής ιστορίας αφού πολλές φορές τα γεγονότα στις ταινίες του – που πηγάζουν από τις εμπειρίες του στη Ζωή – περιπλανώνται και αυτά σαν ευρήματα μνήμης από ταινία σε ταινία. Άλλωστε όπως όλες οι ταινίες του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, στην ουσία δεν τελειώνουν ποτέ, βρίσκονται όπως έλεγε και ο ίδιος σε μόνιμο στάδιο εξέλιξης, ακόμα και μετά την προβολή τους. Συμβαδίζει εδώ με τη φιλοσοφία του Γιάννη Τσαρούχη – ο οποίος σίγουρα τον επηρέασε και χρωματικά και θεματικά -πιστεύοντας ότι τα ημιτελή έργα ολοκληρώνονται μόνα τους με τον χρόνο. Εύλογο είναι ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου να θεωρείται δυσνόητος και οι ρυθμοί του καταπιεστικοί, αλλά πάνω από όλα σημασία για εκείνον έχει ο διάλογος με τον θεατή του.

Κάποτε μια δημοσιογράφος τον ρώτησε ποιο είναι το μήνυμα που δίνει η ταινία του και εκείνος απάντησε εύστοχα πως “ … μηνύματα δίνουν μόνον οι ταχυδρόμοι, o κινηματογράφος ως μεγάλη Tέχνη και οι ταινίες που σέβονται τον θεατή προκαλούν ερωτήματα, πολλές φορές αναπάντητα”. Τον αποκάλεσαν Σκηνοθέτη της Σιωπής μίας σιωπής που μας είπε και μας δίδαξε πολλά … Ειρήσθω εν παρόδω, ο Θεόδωρος έσβησε πάνω στο πλάνο, το τέλος όμως ήταν άδοξο. Ένας τρελός θάνατος για έναν τόσο μεγάλο Έλληνα που τώρα περισσότερο από ποτέ τον είχε ανάγκη ο τόπος. Έστω για μια μόνον Μέρα, να διαρκέσει το Αύριο περισσότερο, για ένα του πλάνο ακόμα, πριν περάσει στην Αιωνιότητα.

Καλό σου Ταξίδι.

.