Οία

“Οία … η Πάνω Μεριά του Κόσμου”

Eίχε ήδη περάσει μιά ώρα από την στιγμή που ο Μαστραντώνης γλάρωσε τα βλέφαρα του. Ήταν ξαπλωμένος στην παγκάδα κάτω απ΄τον ίσκιο της γάμπιας που στέγνωνε έξω από την κάναβα ντάλα στον μεσημεριανό ήλιο. Ο Μορφέας τον πήρε γλυκά – γλυκά για μιά περατζάδα στις γνώριμες θάλασσες, εκείνες που η υγεία του δεν τον άφηνε πια να τις ταξιδέψει. Το μαϊστράλι δρόσισε το μέτωπό του και φούσκωσε την γάμπια στο κατάρτι. Με τις πρώτες ακτίνες ήλιου που γλίστρησαν κάτω από το πανί άνοιξε τα μάτια του.

Σηκώθηκε αργά, σκέπασε την φάβα, ήπιε μια τελευταία γουλιά από το Bισάντο που είχε μείνει στο ποτήρι, κι έσυρε να πλύνει το πρόσωπό του στην βρυσούλα δίπλα στην αλιτάνα με την μπουκαμβίλια. Φόρτωσε στο ζεμπίλι κάτι χνάρια, ένα ματσακόνι και μιά βαριοπούλα. Το ζαλώθηκε στον ώμο και ετοιμάστηκε να κατηφορίσει προς το καρνάγιο του στην Αρμένη. Το τρεχαντήρι του, που είχε καημό να τελειώσει για τον συχωριανό του, στεκόταν ολόρθο στους τάκους και φάνταζε ξάρματο σα μαύρο ξωτικό κόντρα στο άυλο χρυσάφι της Σαντορινιάς δύσης που γινόταν ένα με τον θαλασσινό καθρέφτη. Με την πλώρη σπαθωτή και την πρύμνη στεφανοζωσμένη ζερβόδεξα με τα ποντίλια του, έμοιαζε με σαρανταποδαρούσα έτσι όπως ηταν αφημένη στην μικρή βοτσαλωτή ακτή του καρνάγιου. Πλησίασε το μπάρκο και ψηλάφησε τις ποντίλιες που είχε καρφώσει το πρωί, μουρμούρισε για τα γινάτια του μικρού μαστόρου που είχε βάλει τις άλλες μισές και έσυρε να καργάρει τις καβίλιες που είχαν στεγνώσει.

Γνώριζε πως ήταν ο τελευταίος καραβομαραγκός του νησιού, πως την αγάπη και την τέχνη του δεν θα την κληρονομούσε κανείς, κι’ αυτό ήταν που τον λυπούσε πιότερο. Πήρε μία μεζούρα και μέτρησε τη μπούμα που ήταν αφημένη μέρες χάμου. Έπιασε ένα μαύρο κερί και έγραψε τη μέτρηση στο ξύλινο σκαρί με σκοπό να μηνύσει στην Αθήνα, στο ιστιοραφείο για τις διαστάσεις του παπαφίγκου. Στ’ αυτιά του ηχούσε ακόμα το θαλασσοβούτημα της θάλασσας που με τα δίκτυα της τον έσερνε, κι΄είχε την ψυχή του σκλάβα για πάντα. Για να ξεχαστεί, έπιασε το ματσακόνι από την αράδα με όλου του ναυτόκοσμου τα σύνεργα και άνοιξε το σκουριασμένο κουτί με τον ξυλόστοκο.

Λογάριαζε όσο δούλευε την γοργάδα του σκάφος και ξόρκιζε το σκαρί και το ξύλο του από τις δεισιδαιμονίες που ταλαιπωρούν του ναυτικούς του νησιού. Μουρμούρισε, ” … τι κάθεσαι άψυχο ξύλο υπνωτισμένο απ΄του δάσους τη νάρκη, δεν βαρέθηκες την άβουλη ζωή; Nτροπή σου … έβγα να παλέψεις με την θάλασσα και τα κύματα, όρμησε στηθάτο να κουρελίασεις τον άνεμο …” Τα’ λεγε σαν να τα’ λεγε για κείνον που χρόνια τώρα δεν μπορούσε να γίνει σύντροφος στο δελφίνι και στην θύμηση … το σκαρί του έτριξε στην ραχοκοκαλιά του όπως το μπάρκο του, το αγαπημένο, όταν του πέρασε τις δαγκάνες και τα νταβίδια.

Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς την Θηρασιά. Ο ουρανός σκεπασμένος με μαύρα σύννεφα, κεφάλι φιδιού, έρπις ιπτάμενος από την Φολέγανδρο, κι’ η θάλασσα μαυριδερή μ’ ένα ελαφρύ τρέμουλο σαν ανατριχίλα. Έκανε τον σταυρό του γιατί ήξερε τα σημάδια. Κι ‘ αυτά δεν άργησαν να φανούν. Σε λίγο σκόρπισαν όλα, τα πανιά στην κάναβα φούσκωσαν και τέζαραν ξεκολλώντας τους χαλκάδες από τον σοβά, το φίδι φτεροπόδαρο διέλυε τα πάντα στο πέρασμά του, έλεγες ότι θα γδύσει το σκαρί και θα το σηκώσει σύσκαρμο ψηλά, η θάλασσα ολόμαυρη λύσσαγε σα θεριό ρουφούσε κι’ έφτυνε κύματα στην ακτή και στα άμοιρα ψαροκάικα που χωρίς κυβερνήτη αγκυροβολημένα βούλιαζαν σιγά – σιγά ξυλάρμενα.

Ο Μαστραντώνης κίνησε με δυσκολία κόντρα στον αγέρα και με κόπο έφτασε το σημείο που το θεριό είχε αδειάσει το ζεμπίλι με τα εργαλεία του. Έπιασε ένα σκαρπέλο και γονάτισε κοντά στην ξύλινη σχάρα του αβάπτιστου μπάρκου. Χάραξε μια πεντάλφα στο ξύλο και κάρφωσε με δύναμη το σκαρπέλο στο κέντρο της πεντάλφας, ψελλίζοντας συγχρόνως μερικά λόγια από την Αποκάλυψη του Ιωάννη ” … και εγένετο σιγή εν τω ουρανό ως ημιώριον …” έκλεισε τα μάτια του και περίμενε γονατιστός, προσκυνώντας, ικετεύοντας για τ’ αδέρφια του, τους συγχωριανούς του να γυρίσουν σώοι. Ξάφνου εκεί που η θάλασσα άφριζε και μάνιαζε πάνω στην Αρμένη, βρόντος ακούστηκε λες κι’ έσκασε κανόνι. Το θεριό σκίστηκε στα δύο. Το ένα φίδι διαλύθηκε πάνω από τον Κολούμπο ενώ το άλλο ανεβοκατέβαινε σαν έμβολο από τα επουράνια μέχρι που χάθηκε εκεί που του’πρεπε … στον Άδη κάτω απο’ το ηφαίστειο στην Καμμένη. Κόπασαν τα πάντα.

Ο Μαστραντώνης σηκώθηκε με κόπο και αγνάντεψε την καλή του, χαμογέλασε που έπιασαν τα ξόρκια και έκανε τον σταυρό του. Πλησίασε την αλιτάνα και μάζεψε το κασκέτο του. Εκείνη την ώρα από ψηλά στην Οία μήνυσε και η καμπάνα του Αη-Γιώργη για το εσπερινό. Σήκωσε το χέρι του ήρεμα και χάιδεψε τον μούλο του. Το ζωντανό τον κοιτούσε κατάματα τρομαγμένο κι’ αυτό από το μπουρίνι. Ανέβηκε σ’ ένα σκαλί και πέζεψε το μουλάρι του. Έσυραν σιγά – σιγά μαζί για τον εσπερινό, όπως πάντα 60 χρόνια τώρα κάθε απόγευμα. Σιγά – σιγά, όλα τα σκαλιά, ν’ ανεβούν εκεί ψηλά, όπως έλεγε κι’ ο ίδιος, ” … εκεί απά …”, στην Πάνω την Μεριά, την Οία, την ¨Πάνω Μεριά του Κόσμου¨.

.